• emo.gr
  • Λογοτεχνία
  • Ο έρωτας των χρωμάτων και της προσωπικής δημιουργίας
Ο έρωτας των χρωμάτων και της προσωπικής δημιουργίας

Εδώ υπάρχουν λίμνες και ποτάμια, αλλά αυτό που έχουν μέσα δεν είναι νερό. Οι παλιοί θρύλοι στη Γη μιλούσαν για δάκρυα. Μην πιστεύετε τίποτα. Ήταν ο φόβος και η άγνοια των ανθρώπων που τους ανάγκαζε να επινοούν τέτοιες ιστορίες.

Του Μάνου Ελευθερίου

Αξιότιμε κύριε,

Από εδώ που βρίσκομαι (και μένω από πολλούς καιρούς σ’ αυτό το μακρινό αστέρι), κάπου κάπου έχω την περιέργεια και παρακολουθώ τα δικά σας, όχι βέβαια για να δω αν θα γράψουν κάτι για μένα, όσο για να ικανοποιήσω παλιές ανθρώπινες αδυναμίες.

Η τύχη το ‘φερε να κατοικώ στον Παράδεισο περίπου δεκαπέντε χρόνια. Ζω εντελώς φανταστικά (αυτή τη λέξη δεν μπορώ να σας την εξηγήσω πρόχειρα) και αυτό μου δημιουργεί περίπλοκα προβλήματα. Ένα απ’ αυτά είναι πως δεν έχω κανέναν γνωστό μου για παρέα. Είναι περίεργο και εξωφρενικό μέσα σε τόσες χιλιάδες να μην μπορώ να διακρίνω έναν άνθρωπο της γειτονιάς μου. Όσο για κείνους που γνώριζα απ’ τις εφημερίδες (επιστήμονες, αθλητές, καλλιτέχνες), αυτοί ζουν όπως τα ξέρετε και στη Γη. Κήποι, μέγαρα, αυτοκίνητα και βέβαια μαζί μας καμιά επαφή. Νομίζω όμως πως αυτές οι δυσκολίες δημιουργούνται καμιά φορά κι απ’ τις απρόβλεπτες καταστάσεις, καθώς βλέπω νύχτα μέρα να μεταφέρονται σε πολύ μακρινές αποστάσεις όλοι εκείνοι που κάποτε γνωριστήκαμε. Χώρος φυσικά υπάρχει, αλλά μέχρι να τακτοποιηθούν όπως πρέπει, τα προβλήματα που εμφανίζονται κάποια στιγμή δημιουργούν εξωφρενικές δυσχέρειες. Σ’ έναν από τους τελευταίους πολέμους μαζεύτηκαν ξαφνικά τόσοι πολλοί, φέρνοντας μαζί και τα παιδιά τους, που αναγκάστηκαν να τους βάλουν να κοιμούνται σε ράντζα στους διαδρόμους των κτιρίων μέχρι ν’ αποφασιστεί σε ποια κτίρια θα τοποθετηθούν οριστικά. Για παράδειγμα έχω να σας αναφέρω, για το γούστο του πράγματος, το εξής.

Πριν από μένα, στο ίδιο δωμάτιο που μένω τώρα, έμενε κάποιος ποιητής. Με την ποίηση πάντα με έδενε μια μυστική σχέση. Έχω περάσει πολλές νύχτες αγρυπνώντας, διαβάζοντας ποιήματα σ’ εκείνο το σαραβαλιασμένο σπίτι της οδού Ευβοίας. Συχνά τύχαινε να παρακολουθώ και ποιητικά βραδινά που ήταν τόσο της μόδας σ’ εκείνα τα ηλίθια χρόνια.

Είχα γνωρίσει κάμποσους ποιητές και μεταξύ εκείνων κι ετούτον και χάρηκα που τον συνάντησα και δεν έβλεπα την ώρα να του το πω και ίσως να με θυμόταν και να κάναμε παρέα. Εν πάση περιπτώσει, όταν έφτασα, μου λέει ο άγγελος εσύ θα μείνεις εδώ και ο ποιητής θα περάσει απέναντι.

Ο ποιητής που ήταν μονόχνωτος άνθρωπος, βασανισμένος είναι η αλήθεια από τις αρρώστιες, τις φυλακές και τη γυναίκα του, σηκώθηκε και πήγε απέναντι με μισή καρδιά, αλλά στην απέναντι πολυκατοικία δεν είχε, λέει, αρκετή θέρμανση κι αυτό τον στενοχώρησε.

Έρχεται πίσω αμέσως και σαν μαινόμενος ταύρος μού λέει:

Εσείς, κύριε, γράψατε ποτέ στη ζωή σας;

Όχι, λέω εγώ και κοκκινίζω και να τώρα εγώ, που ποτέ δεν είχα πει στη ζωή μου ψέματα, αναγκάζομαι να του λέω μέσα στον Παράδεισο.

Τότε, μου λέει, ή είστε μουσικός ή ζωγράφος.

Ναι, λέω εγώ και ανασαίνω κανονικά, που επιτέλους λέω καθαρά αυτό που με βασάνισε τόσα χρόνια και που δεν τόλμησα ποτέ να το πω και που κανείς ποτέ δεν μου ‘χε αναγνωρίσει. Είμαι ζωγράφος, κύριε.

Να πάτε με τους ζωγράφους, λέει μοχθηρά. Εκεί είναι η θέση σας.

Ο άγγελος, που όλη εκείνη την ώρα άκουγε σιωπηλός, του είπε πως μπορούσε να κάνει υπομονή λίγες ώρε, ς μέχρι να ‘ρθει από τη Γη κάποιος υδραυλικός να διορθώσει το καλοριφέρ. Ο ποιητής ήταν ανένδοτος. Τον παρεκάλεσα κι εγώ, αλλά μάταια. Μ’ έβαλαν με τους ζωγράφους, λοιπόν (τους οποίους, ειρήσθω εν παρόδω, δεν είδα ακόμη) και ησύχασα, ώσπου μια μέρα με ειδοποίησαν ότι μπορούσα να εγκατασταθώ στο δωμάτιο του ποιητή. (Φαίνεται ότι σκοτεινοί κύκλοι μεσολάβησαν και ήθελαν να με διώξουν από τις τάξεις των ζωγράφων, δεδομένου ότι δεν είχα κανενός την αναγνώριση όσο ζούσα και δυστυχώς αυτή η άδικη τύχη με ακολουθούσε και στους ουρανούς…). Ρώτησα τι συμβαίνει και μου είπαν ότι ο ποιητής μεταφερόταν αλλού, δίπλα στους μεγάλους ποιητές του ταλαιπωρημένου γένους μας, ότι στη Γη είχε ανακηρυχτεί αθάνατος κι ότι υπαίτιος γι’ αυτό ήταν ο ποιητής Τάκης Σινόπουλος, που μεσολάβησε και γράφτηκε κάτι γι’ αυτόν σ’ ένα περιοδικό της συμφοράς, με τη σκέψη να ‘χει κάποιον να μιλάει, όταν θα ‘ρχόταν κι αυτός κάποτε στας αιωνίους μονάς.

Πέρασαν όμως τόσα χρόνια και κανένας αληθινός ποιητής δεν έρχεται, δεδομένου ότι αυτά τα πράγματα μαθαίνονται αμέσως. Ένας στιχουργός ήρθε μόνο, ταλαιπωρημένος και δυστυχής, και μου ‘φερε το απόκομμα της εφημερίδας που γράψατε για μένα, αυτό που λέτε ότι ανακαλύψατε τα έργα μου σε μια αποθήκη και ήταν έτοιμα να τα πετάξουν στα σκουπίδια και τα σώσατε ­ τι ευγένεια! ­ και λέτε ακόμη ότι αρχίσατε κιόλας έρευνες για τη ζωή μου να μάθετε τα τι και τα πώς, τι τα θέλετε αλήθεια; ­ και δεν βρίσκετε, λέτε, κανένα που να είχε υποψιαστεί ότι ζωγράφιζα και δεν έχω δυστυχώς τα υπόλοιπα άρθρα σας, μου λείπουν, δεν έχω τη δυνατότητα να τα βρω και πώς άλλωστε να μου τα στείλετε, τέλος πάντων.

Συνεχίζω χωρίς να κρατώ καμία σειρά και απαντώντας όσο μπορώ στα πιο κύρια σημεία του άρθρου σας για την αθέατη ζωή και το έργο μου. Κατ’ αρχήν εδώ είμαι υπεύθυνος, κάτι σαν επιστάτης, σ’ ένα μεγάλο περιβόλι και τον τελευταίο καιρό έχει πέσει πολλή δουλειά. (Συνεχίζω το γράμμα μου ύστερα από δέκα χρόνια απ’ τη στιγμή που το άρχισα κι αυτό γιατί δεν προλαβαίνω μήτε να το ξαναδιαβάσω μήτε να θυμηθώ αν εκείνα που σας έγραψα πιο πάνω τα ξαναγράφω).

Και κάποτε στη ζωή μου, λοιπόν, ήρθαν τα πιο θλιβερά. Έβλεπα να πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλο και το σπίτι μια εποχή μου φαινόταν πολύ μικρό κι άλλοτε απέραντο. Το επάνω πάτωμα είχε αχρηστευτεί σχεδόν ούτε ανέβαινα πια, παρ’ όλο που άκουγα κάποιους θορύβους και κάτι σαν λαχανιασμένα τρεχαλητά. Ήξερα βέβαια πως θα ήταν ανόητο να πιστέψω ότι υπάρχουν φαντάσματα, αλλά όσο οι θόρυβοι μεγάλωναν κάθε νύχτα τόσο και πίστευα πραγματικά στη μοναξιά μου. Έτσι και κάπως έτσι έμαθα να ζω στη μοναξιά.

Όλα εκείνα που ακολούθησαν, όχι πως είναι δύσκολο να τα πω, αλλά όση προσοχή και να δώσετε δεν θα τα καταλάβετε ποτέ. Θέλω να πω, ήταν τα δικά μου πράγματα που δεν τα μοιράστηκα με κανένα. Ο φόνος που έγινε ξαφνικά έφερε μπροστά στα μάτια μου άλλες εποχές, όταν ξανάβλεπα τη θεία μου Αννεζούλα να βγαίνει στους δρόμους με τα νυχτικά, ξεχτένιστη, σκέτη κόκαλα, τότε που θα ‘τανε γύρω στα ενενήντα και να φωνάζει τον αίτιο για τη ζωή της. Ποιον αίτιο ποτέ δεν έμαθα. Δικά της πράγματα, σκοτωμένα, χαμένα. Δεν θυμάμαι τη σειρά που πέθαναν όλοι τους, γιατί το ημερολόγιο που κρατούσα εκείνα τα χρόνια μια στιγμή το ‘καψα. Ήρθαν δύσκολες εποχές κι εγώ που τότε ζωγράφιζα με την ψυχή στο στόμα, κολλούσα με αλευρόκολλα στο πίσω μέρος του πίνακα εφημερίδες για να συγκρατηθεί το άθλιο χαρτόνι. Τότε αναγκάστηκα να νοικιάσω το επάνω πάτωμα.

Στην αρχή ήρθαν δύο φοιτητές της φιλολογίας κι όταν έφυγαν, ήρθαν κι άλλοι κι άλλοι, ώσπου έγινε το κακό που σας είπα για δικά τους πράγματα. Είναι ανόητο αυτό που θα πω, αλλά συνέβαινε τον φόνο να τον ακούω πολύν καιρό πριν γίνει. Μ’ αυτή την περιπέτεια πρώτη φορά στη ζωή μου ήρθα σ’ επαφή με δικηγόρους, αστυνομίες και δικαστήρια.

Θ’ αναρωτιέστε ακόμη με τι να μοιάζω. Έτσι που γράψατε το άρθρο σας ο κόσμος νομίζω ότι δεν κατάλαβε τίποτα. Τα μάτια μου, έτσι όπως τα περιγράφετε, τα τοποθετήσατε στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου, είμαι χωρίς χέρια, μ’ ένα πόδι ανάπηρο, ρημαγμένο από τους ρευματισμούς κι ο υπόλοιπος σακατεμένος από τη μυωπία και το έλκος.

Τώρα που σας γράφω γι’ αυτά τα πράγματα, αισθάνομαι κάτι άδειο. Σα να ‘χουν ξεκολλήσει τα σπλάχνα μου. Δεν μπορώ να εξηγήσω τίποτα. Αν βρισκόμαστε κάποτε μαζί, θα σας μιλούσα αλλιώς και θα ‘τανε καλύτερα. Αλλά όπως μου εξήγησαν, εδώ θ’ αργήσουμε πάρα πολύ να συναντηθούμε. Ίσως αν προσέξετε τ’ αυτοκίνητα, πάρα πάρα πολύ. Ως εκείνη την ώρα λοιπόν θα μπορείτε να διακρίνετε καλύτερα το μήνυμά μου. Αφήνω στα χέρια σας πολλές λαχτάρες και πολλούς φόβους. Αν ψάξετε, θα τα βρείτε. Συμβουλές δεν έχω να δώσω σε κανένα. Έχω απαλλαγεί εδώ πάνω από πολλές αδυναμίες. Κάποτε, ξαφνικά, αισθάνομαι κάτι να με βασανίζει, αλλά μπορώ και ξέρω τι είναι. Λέω: αυτό είναι επιθυμία για νερό, για φαγητό, για ύπνο. Εκείνο ήταν η ανάγκη να ξεκουραστώ, να συναντήσω και να κοιμηθώ με μια γυναίκα και το άλλο που ένιωσα πριν από λίγο, να πάω στην τουαλέτα.

Στη Γη με βασάνισαν πολύ αυτά τα καθημερινά και τα πρακτικά. Ιδίως, αυτά τα τελευταία, με αρρώσταιναν. Τύχαινε να μην μπορώ μήτε τα ελάχιστα. Το χειρότερο: δεν ήξερα τι μου συμβαίνει. Τώρα μπορώ και ησυχάζω. Δεν κοιμάμαι καθόλου κι όμως, ποτέ δεν αισθάνθηκα την ανάγκη να κοιμηθώ ή να φάω. Χτυπάω τα χέρια μου στ’ αγκάθια ή σ’ εκείνα που νομίζω ότι είναι αγκάθια, αλλά δεν βγαίνει ούτε μια σταγόνα αίμα. Πρώτα μπορούσα να πανικοβληθώ. Έχω δέρμα, αλλά μπορεί να πει κανείς ότι δεν είναι. Και τα χέρια μου παρ’ όλο που τα βλέπω κανονικά εντούτοις μπορούν να φτάσουν οπουδήποτε.

Εδώ υπάρχουν λίμνες και ποτάμια, αλλά αυτό που έχουν μέσα δεν είναι νερό. Οι παλιοί θρύλοι στη Γη μιλούσαν για δάκρυα. Μην πιστεύετε τίποτα. Ήταν ο φόβος και η άγνοια των ανθρώπων που τους ανάγκαζε να επινοούν τέτοιες ιστορίες. Δεν είναι λοιπόν νερό μήτε δάκρυα. Και τα καράβια που βλέπω στις θάλασσες με ναυάρχους και ναύτες παρατεταγμένους σαν λαϊκές ζωγραφιές από τον αγώνα του Εικοσιένα, δεν είναι καράβια. Μάλλον (δεν τόλμησα, βλέπετε, ακόμα να κάνω πολλές ερωτήσεις) είναι κι αυτό οι παλιές επιθυμίες ή τα οράματα για πράγματα που γνωρίσαμε πολύ λίγο ή που θέλαμε να δούμε από κοντά.

Και κάποτε, για να συνεχίσω αυτές τις σκόρπιες γραμμές (που φαντάζομαι να μη σας ζαλίζουν), σταμάτησα να ζωγραφίζω. Μέσα μου η ίδια φωνή που άλλοτε με ανάγκαζε, τώρα μου ‘λεγε πως έπρεπε να σταματήσω. Όσο κι αν λένε ότι ο τάδε πέθανε πάνω στα γραφτά του ή ο τάδε ηθοποιός πάνω στη σκηνή, αυτή η διάθεση με χτυπάει στο κεφάλι. Σταμάτησα λοιπόν και προσπάθησα ν’ ασχοληθώ με κάτι άλλο, τι άλλο;

Γονάτιζα και παρακαλούσα τους αγίους. Τη νύχτα έβλεπα αγγέλους στον ύπνο μου και το πρωί τους ζωγράφιζα. Όταν μ’ έπιασαν οι ρευματισμοί, τότε ζωγράφιζα πραγματικά μέσα στον ύπνο μου. Το περίεργο και το εξωφρενικό είναι πως όταν δεν τέλειωνε ένας πίνακας στο πρώτο όνειρο, τον συνέχιζα την άλλη νύχτα. Τότε ήταν που προσπάθησα να συνθέσω εικόνες από πράγματα που γνώρισα πολύ λίγο ή εκείνα που δεν τα γνώρισα ποτέ. Και αναφέρομαι σ’ εκείνα που ανέφερα παραπάνω, τα σχετικά με τα δικαστήρια. Έλεγα: «Πώς μπορεί να ‘ναι το εσωτερικό μιας φυλακής;». Μετά όμως δεν σκεφτόμουν τη φυλακή. Το μυαλό μου πήγαινε στους ανθρώπους που ήταν κλεισμένοι εκεί μέσα και σ’ εκείνους τούς δικούς τους που έμεναν έξω, αλλά η καρδιά τους ήταν δοσμένη σ’ εκείνους και ήταν κι εκείνη φυλακισμένη. Στο δικαστήριο είδα πολλές τέτοιες σκηνές και μια στιγμή δεν καταλάβαινα ποιος είναι ο κατηγορούμενος και ποιος ο αθώος πατέρας του, που ήρθε να τον συνδράμει και να τον εμψυχώσει κι έβλεπα μάρτυρες χωριάτες με κουμπωμένο ως απάνω το πουκάμισο, χωρίς γραβάτα, φτωχούς και στραβογηρασμένους με κόκκινο σταφιδιασμένο πρόσωπο και πολλές ψιλές ρυτίδες γύρω από τα μάτια και τη μύτη.

Ντρέπομαι που γράφω γι’ αυτά τα πράγματα, αλλά στην απομόνωσή μου συναρμολογούσα αυτούς τους ανθρώπους με περίεργα υλικά και με μιαν αντίληψη που θα ταίριαζε περισσότερο σ’ έναν φιλόσοφο. Έτσι κι από τότε και κάπως έτσι άρχισα να σκέφτομαι. Και έμαθα να σκέφτομαι σαν ν’ άρχιζα να μαθαίνω μια ξένη γλώσσα. Κι όταν έμαθα να σκέφτομαι, τότε πραγματικά σταμάτησα να ζωγραφίζω.

Θα μου μείνει αξέχαστο το σημείο που λέτε για τις μικρές πινελιές μου. Το αναλύετε σαν να επρόκειτο για την τεχνοτροπία ενός μεγάλου και δύσκολου ζωγράφου, που έμεινε δάσκαλος εσαεί. Μέχρι σ’ ένα σημείο κάτι ανακαλύψατε. Δεν είναι όμως αυτό που με ανάγκαζε να το κάνω. Ζωγραφική δεν σπούδασα ποτέ κι αυτό ήταν για μένα τότε μεγάλη περηφάνια. Σιχάθηκα και σχολές και ζωγράφους. Είδα πολλές εκθέσεις. Το κέρδος μου ήταν να παίρνω απ’ όλους όλα εκείνα που άφηναν χωρίς συνείδηση να μισοφαίνονται, με δύο λόγια να εκμεταλλεύομαι όλα εκείνα που έδειχναν μια κρυμμένη ανακάλυψη. Τα πρώτα μου χρώματα θύμιζαν ερειπωμένα σπίτια. Σπίτια που κατεδαφίζονται και χρόνια πριν τα ‘βλεπες κι έλεγες αμήχανος ποιοι άραγε τα κατοικούν και πώς τρώνε και πώς κοιμούνται σ’ αυτά τα μέγαρα και βλέπεις ξαφνικά στο βάθος, αχνά ροζ και κίτρινα και γλυκά βυσσινί μες στα ξεχαρβαλωμένα ντουλάπια.

Επειδή ήρθαν δύσκολοι καιροί, αναγκαζόμουν να διπλασιάζω τα χρώματα με την απλή μέθοδο της διάλυσης. Μάλιστα! Έριχνα λίγο νέφτι παραπάνω και το χρώμα γινόταν διπλό. Ιδού λοιπόν ο λόγος, που χρησιμοποιούσα τα αχνά χρώματα. Μερικές φορές, μόλις φαινόταν η τελευταία στρώση και βέβαια τα έργα ήταν άχρηστα, αλλά άρχιζα και ζωγράφιζα κάτι άλλο επάνω τους και το πρώτο θέμα μόλις και μισοφαινόταν κι αυτό εσείς βρήκατε την ευκαιρία να το ονομάσετε συνταρακτικό εύρημα. Έτσι, όμως, με τέτοιες συνθήκες δεν θα βρείτε ποτέ το όραμά μου. Γιατί ξέρω πια, πως δεν θα μπορέσω να εξηγήσω τίποτα, μήτε να ξαναζουλήξω το σωληνάριο που είχε τελειώσει.

Όσο για τις μικρές πινελιές που ανακαλύψατε και μείνατε εκστατικός είναι κι αυτό από τη στέρηση που μ’ έδερνε. Όταν χαλούσε ένα πινέλο το ‘κοβα σιγά – σιγά με το ψαλίδι και αργότερα, σ’ ένα – δυο μήνες, το ίδιο. Στο τέλος έμεναν τέσσερις τρίχες ή πολλές μαζί, αλλά πολύ κοντές. Νομίζω, εξηγήθηκα με όση ειλικρίνεια μπορούσα.

Εδώ, όπως σας είπα, δεν έχω μήτε ηλικία μήτε όνομα. Τραυλίζω άσχετες χρονολογίες και γεγονότα, σαν εκείνους που χάσανε τα λογικά τους κι άλλοτε με τους τρόμους (ακόμη) που αισθανόμουν σαν μαθητής μπροστά στην κόλλα του διαγωνίσματος των Μαθηματικών. Είμαι πιασμένος για πάντα μέσα στη φαρμακερή αράχνη ονομάτων και αναμνήσεων. Ακούω καμιά φορά κάποιο θόρυβο, όπως όταν ο δαιμονισμένος αέρας παρασέρνει κονσερβοκούτια και ξέρω πως κάτι έγινε, κάπου, μέσα σε ψιθυρίσματα, τρεχαλητά, χτυπήματα φτερών και μικρούς αναστεναγμούς, αλλά είναι αδύνατο να εντοπίσω τι ακριβώς γίνεται, παρ’ όλο που νιώθω πως ένας δικός μου άνθρωπος στέκεται δίπλα μου αόρατος και σκεφτικός και προσπαθεί μάταια να με βοηθήσει. Νιώθω ακόμη να χύνεται στα σπλάχνα μου ένα γλυκό μαύρο χρώμα και πάντα λογαριάζω να το χρησιμοποιήσω για μια λεπτομέρεια στους πίνακές μου, αλλά μόλις απλώνω το χέρι μου στο υποτιθέμενο πινέλο, το χέρι μου αγγίζει μόνο το περίγραμμά του. Εκτός αυτού, δεν νιώθω πια τον έρωτα για τα χρώματα, που ένιωθα κάποτε, δεδομένου ότι ακόμη και αν ζωγραφίσω όπως ποτέ δεν αξιώθηκα ή κι αν ξεπεράσω όλους τους ζωγράφους που θαύμασα (εγώ μόνο ξέρω πόσο έκλαψα κοιτάζοντας τις νεκρές φύσεις των μεγάλων δασκάλων), το νιώθω πως δεν έχει κανένα νόημα. Ο έρωτας της δημιουργίας, έτσι το λέγανε κάποτε, έχει χαθεί.

Πώς θα ‘θελα να τα συζητήσουμε όλα αυτά και να μας χωρίζουν μόνο δύο κούπες σκέτος καφές. Τώρα που κάνουν εξώφυλλα βιβλίων τους πίνακές μου, που με ταχυδρομούν σε καρτ ποστάλ τις γιορτές, που κάνουν διαλέξεις για το έργο μου και τη ζωή μου, άσχετο αν κανείς δεν με είδε, γιατί απλούστατα ποτέ και κανείς δεν με γνώρισε κι ούτε ενδιαφέρθηκε κι ούτε έβγαλα κι εγώ μια φωτογραφία για να δούνε τέλος πάντως, πώς ήμουνα… όλοι εκείνοι που με κυνήγησαν με περιφρόνηση σαν εκείνο τον επηρμένο εκδότη ενός λογοτεχνικού περιοδικού, που αποφάσισα και χτύπησα την πόρτα του και του ζήτησα πολύ ταπεινά αν ήθελε να βάλει ένα σχεδιάκι μου σε κάποιο αφιέρωμα ενός ποιητή και μου είπε, μάλιστα, κύριε, θαυμάσια, θαυμάσια και να τον πάρω τηλέφωνο την Τρίτη και μετά χάθηκε. Χάθηκε.

Τώρα, φαντάζομαι ότι θα ‘γινε κιόλας ακαδημαϊκός, γιατί ολοένα έτρεχε μαζί τους κι ολοένα έπαιρνε συνεντεύξεις από γέρους και ετοιμόρροπους καλλιτέχνες και βρέθηκε με του κόσμου τα αρχεία και τα έργα τέχνης και ξενυχτούσε μαζί τους σε πρεμιέρες και συναυλίες, τι να τα λέω τώρα.

Κάπου κάπου βλέπω κάποιες σκιές ανθρώπων και νιώθω ότι με κοιτάζουν με περιέργεια και ίσως με φόβο και αποστροφή και πολλοί είναι, θαρρείς, κρυμμένοι πίσω από σύννεφα με ολόχρυσα φυλλώματα και πουλιά (και η σκιά τους ακόμη είναι ολόχρυση) με κοιτούν εξεταστικά και σαν να με κατασκοπεύουν και κάτι ψιθυρίζουν για μένα. Μήπως άραγε, είστε εσείς; Και γιατί διστάζετε; Ντρέπεστε; Και είστε από καιρό εδώ; Τότε δεν θα λάβετε ποτέ το γράμμα μου. Τι κρίμα. Ποτέ δεν έμαθα αυτή τη φυλή των ανθρώπων και πολύ περισσότερο τη γυναίκα μου, μια γυναίκα αμίλητη σαν είδωλο, που την παντρεύτηκα χωρίς σχεδόν να το ξέρω ­ όλα έγιναν μέσα σε απελπισμένες καταστάσεις ­ αλλά που μόνο εκείνη ήξερε να με ταξιδεύει εκεί που ήθελα. Μεγάλα λόγια, θα πείτε, κι αισθάνομαι κιόλας τη μαχαιριά της περιφρόνησής σας, αλλά πώς αλλιώς να γίνει και πώς αλλιώς να περπατήσει ο κόσμος και αλλιώς να μιλήσω.


#emo attacks
  • Αφού ο Τσακαλώτος δε διέβη τον Ρουβίκωνα, πήγε ο Ρουβίκωνας να τον “διαβάσει”
  • Αν προσερχόμαστε στις συνομιλίες έχοντας ήδη αποδεχτεί τον όρο Μακεδονία για τα Σκόπια, τότε δεν πάμε για διαπραγμάτευση, αλλά για τσάι
  • Ρεαλισμό ζητά ο αειθαλής και χαλκέντερος Νίμιτς: Μεγάλε, εμείς μια ζωή είμαστε με τη Μπαρτσελόνα
  • Ο Ζουράρις δεν αντικαταστάθηκε, ως αναντικατάστατος
  • Οι άλλοι ψήφιζαν προαπατούμενα και έχαναν βουλευτές. Αυτοί εδώ έχουν και πλεόνασμα
  • -Μήπως να είχαμε μια σφυρίχτρα στο κομοδίνο; -Σφύριξα κι έληξες