• emo.gr
  • Χρονογράφημα
  • Στρατιωτική αργκό!
Στρατιωτική αργκό!

Γερμανικό: Πρόκειται για το 2-4 της σκοπιάς, που σου έκοβε τη νύχτα “δύο κομμάτια”, πολύ πριν τον Ρέμο.
Καψιμάρχης: ο άρχων του ΚΨΜ, που τρέμουν οι φαντάροι για τα βερεσέδια και οι αξιωματικοί για να μην φτύσει μέσα στον καφέ που παραγγέλνουν.

Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι… ψαράδες, ακολουθούν μερικά χαρακτηριστικά δείγματα αυτής της διαλέκτου, σαν αλφαβήτα για αρχάριους και κάπως πιο ψαγμένους:

Αντικούκου: υποτίθεται πως είναι το φάρμακο που βάζουν στα φαγητά του στρατού για να κατευνάζονται οι σεξουαλικές ορέξεις των φαντάρων. Είναι τέτοιο το “ψάρωμα” τις πρώτες μέρες που απλά δεν σου κάνει κούκου. Το πρωινό που θα σηκωθείς τέντα, απλά προσαρμόστηκες, δεν μειώθηκε η δόση του φαρμάκου.

Αποξύλωση: πρόκειται για την αποψίλωση, αλλά στην ορολογία έμεινε ως αποξήλωση, άσχετα αν κόβεις χόρτα και όχι ξύλα. Τα σύγχρονα χορτοκοπτικά μηχανήματα στέρησαν από τις νεότερες σειρές την εμπειρία και τη χαρά του “τσάπινγκ”

Άσσος: στις παλιές θητείες των 18, 19 ή του “τριζωνικού¨ οι φαντάροι έλεγαν “¨μπαίνει ο άσσος βγαίνει ο γράσος”. Κληρωτοί με 10 μήνες θητεία, στην παραμεθόριο απολάμβαναν προνομίων.

Βυσματούχος-βυσματίας-“τσάτσος”: ο φαντάρος για τον οποίο έχουν σπάσει τα τηλέφωνα προκειμένου να αποφύγει τις κακοτοπιές και τα εξωτικά μέρη της θητείας.

Γερμανικό: Πρόκειται για το 2-4  της σκοπιάς, που σου έκοβε  τη νύχτα “δύο κομμάτια”, πολύ πριν τον Ρέμο.

Γιωταρία: οι φαντάροι που δεν κρίνονται ικανοί να κρατήσουν όπλο, άσχετα αν κάποιοι από αυτούς είναι κυνηγοί και άρτιοι

Γιώτα-φεύγα: Υποδηλώνει σημαντικό βαθμό ανικανότητας του στρατευσίμου, ιδίως πνευματικό.

Γόπινγκ: Άθλημα για λόρδους, κατά το οποίο οι φαντάροι μαζεύουν τις γόπες από το στρατόπεδο.

Λούφα-και-παραλλαγή-Σειρήνες-στο-Αιγαίο-2

DJ: Είναι αυτός που σκρατσάρει στους δίσκους. Λεπτομέρεια ότι πρόκειται για τους δίσκους φαγητού, οι οποίοι πρέπει να λάμψουν περισσότερο και από το Βιλλαμπάχο.

Εμπλοκή: Σε πάει αίμα η υπηρεσία; Έχεις ξεχάσει από πότε έχεις να πάρεις έξοδο; Είσαι σε εμπλοκή ή αλλιώς στη διαδρομή Πίπα-Βόλο

Ημιάρβυλο: ο φαντάρος που υπηρετεί μειωμένη θητεία,  ως πολύτεκνος ή προστάτης οικογενείας.

Καμπάνα: Η φυλακή, η κράτηση  ή η στέρηση εξόδου. Στο στρατό δεν υπάρχουν αναστολές.

Καναδέζα: Στρατιωτικό ημιφορτηγό  καναδικής προέλευσης μεταφοράς προσωπικού και ονίων (δηλαδή ωνίων, αλλά ο τύπος με το “ο” παραπέμπει στα συμπαθή γαϊδούρια οπότε επικράτησε)

Καψιμάρχης: ο άρχων του ΚΨΜ, που τρέμουν οι φαντάροι για τα βερεσέδια και οι αξιωματικοί για να μην φτύσει μέσα στον καφέ που παραγγέλνουν.

Λατίνοι: Είναι οι υπηρετούντες σε ΛΑΤ  (λόχο αντιαρματιστών), με ελάχιστη σχέση με τον Κικέρωνα και τη λατινική παράδοση, με αδυναμία όμως στις Βραζιλιάνες.

Μάνα του λόχου: Είναι ο επιλοχίας, συνήθως το πιο βύσμα από τους λοχίες, που μετέπειτα κάνει καριέρα στο HR Department πολυεθνικής.

Μαύροι: οι υπηρετούντες στα τεθωρακισμένα. Το αστέρι κάθε Μονάδας Θωμάς Μαύρος.

Νοσοκόμες: Είναι οι υπηρετούντες το ένδοξο Σώμα του Υγειονομικού 

Loufa-kai-Parallagi-1984-2

Ξύστα με γκασμά, η τσουγκράνα αφήνει κενά: μότο των παλιοσειρών

ΟΠΥΝΑ: η πενταετούς υποχρεώσεως υπαξιωματικός, που ανακαλύπτει τον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης, έχοντας στις αναφορές και 500 ζευγάρια μάτια πάνω της, άσχετα αν είναι πιο στραβοκάνα και από τον πύργο της Πίζας.

Προβλεπέ: Όταν είσαι το καμάρι του λόχου, η όψη σου δηλαδή είναι ακριβώς όπως «προβλέπεται», ξυρισμένος, γυαλισμένος με το μαλλί και τη φαβορίτα στα προβλεπόμενα ύψη, όταν ακολουθείς ως Ευαγγέλιο  τον 20-1

Ροζαλία: το απολυτήριο που έφερε σε κάποιο σημείο ένα χρώμα κάπως προς το ροζ αλλά όχι ακριβώς.

Τέντα:  Όταν είσαι όλη την ώρα στο τρέξιμο και την αγγαρεία, τότε σε «τεντώνουν» οι ανώτεροι, σε έχουν τσίτα.

Του-Του-Ο: ίσως η πιο μυθική ειδικότητα στο Στρατό. Τεχνικός Τροχοφόρων Οχημάτων, άσχετα που κάποιοι δεν ήξεραν ούτε να τοποθετήσουν ορθά ούτε αλυσίδα ποδηλάτου.

Υπόδικας: Πρόκειται για τον Υποδιοικητή της Μονάδας, που όλοι τον φωνάζουν Διοικητή, αφού είναι αξίωμα ότι είναι στρατιωτικά αρτιότερος του Δίκα.

Φίδια: Οι λουφαδόροι, αυτοί που μαεστρία αποφεύγουν τα χοσέ.

Χημείο: Το στρατόπεδο ή η Μονάδα που οι φήμες φέρουν να είναι πολύ χύμα. Δηλαδή χημείο.

Χοσέ: Όταν ένας φαντάρος φορτώνει στους υπόλοιπους τα καθήκοντά του, όταν κάποιος χώνει τους συναδέλφους του, ονομάζεται Χοσέ.

Ψαράς: Ο νέος φαντάρος, στο Τάγμα ή στο Στράτευμα, αυτός που είναι ακόμα «ψαρωμένος», που βρίσκεται έξω από τα νερά του, που έχει την ψυχραιμία χρυσόψαρου όταν του αλλάζουν το νερό.

Ώνια: τα ψώνια προς βρώση της μονάδαςνή η αγορά, που ανάγεται στο θέμα του ρήματος νομαι (= αγοράζω), γίνεται με καναδέζα παρουσία του Σιτιστή, μιας ειδικότητας για Γιωτάδες. Συνήθως ο πάλιουρας οδηγός παίρνει μαζί μια ΟΠΥΝΑ για βόλτα ή τον φαντάρο που έχει να βγει από τη Μονάδα πολλές μέρες, για ξεπήξιμο. Είναι αυτός που όλοι τον φωνάζουν Ρίζο: έχει βγάλει ρίζες στη Μονάδα ενώ οι άλλοι του λένε διαρκώς: “πήζω και ξεπήζω και με λένε Ρίζο”..

 

 


Trusty.gr
#emo attacks
  • Έχουν ενστάσεις οι Θεσμοί για την πρώτη κατοικία, για την τελευταία δεν είπαν κάτι
  • Που οδηγούμαστε ως έθνος όταν δεν κάνει νούμερα το Survivor;
  • Ήδη χρυσός, πάει για πλατινένιος ο δίσκος Πολάκη-αρχιτραπεζίτη
  • Τσίπρας-Ζάεφ ξεπέρασαν σε σουξέ και τους Τσακνή-Μαχαιρίτσα