• emo.gr
  • Λογοτεχνία
  • Σχολείο, σπίτι, αλάνα
Σχολείο, σπίτι, αλάνα

Τώρα πια το παιδί σου δεν παίζει μπάλα σε καμιά αλάνα. Παίζει ποδόσφαιρο στις οργανωμένες ακαδημίες κάποιου παλαίμαχου ποδοσφαιριστή υπό τις οδηγίες διπλωματούχου προπονητού. Και δεν καταλαβαίνει. Δεν μπορεί να καταλάβει.

Αλάνα. Είναι από εκείνες τις λέξεις που υπάρχουν μόνο στη μνήμη πια. Μα για θυμήσου εκεί στη δεκαετία του 70. Γεννήθηκες σε κάποια γειτονιά της Αθήνας. Εκεί στα Δυτικά προάστια ίσως. Το σπίτι που μένατε, μπορεί να μην είχε ολοκληρωθεί ακόμα. Κάτι η προίκα της μαμάς, (άλλη άγνωστη λέξη) κάτι οι οικονομίες του μπαμπά, άρχισε η μαστοράντζα να το φτιάχνει αλλά στο μεταξύ γεννήθηκες κι εσύ. Μπορεί να είχε κήπο μπροστά και μια αυλή πίσω με κάτι σαν πλυσταριό. Τις νύχτες ζεσταινόσουνα με μια σόμπα πετρελαίου, εκείνες τις τετράγωνες της Εσκιμώ με τα μπουριά σκεπασμένος και με κάτι χοντρές βελέντζες (τρίτη άγνωστη λέξη στην πρώτη παράγραφο κύριε αρχισυντάκτα!).

Στο μεγάλο μαντεμένιο μάτι η μάνα σου ζέσταινε το γάλα κάθε πρωί πριν πας σχολείο στο οποίο πήγαινες και Σάββατο. Θυμάσαι; Η γειτονιά χτιζότανε πυρετωδώς. Ρεύμα παίρνατε στην αρχή από το φούρνο της γειτονιάς μέχρι να το συνδέσει η ΔΕΗ.  Και θυμάσαι αχνά πλακάδες, υδραυλικούς και ηλεκτρολόγους να φτιάχνουν πράγματα στο σπίτι που δεν πολυκαταλάβαινες.

Στη γειτονιά έμεναν κι άλλοι συνομήλικοί σου. Πολλοί! Οι περισσότεροι στην ίδια ηλικία με σένα. Μόλις τέλειωνε το σχολείο, ιδίως όταν έπιανε άνοιξη, πέταγες την τσάντα κι έβγαινες μαζί με τους άλλους στην απέναντι αλάνα για μπάλα ενώ την ίδια ώρα τα κορίτσια ετοιμάζονταν για κουτσό και λάστιχο! Αυτή η αλάνα ήταν θεόσταλτο δώρο. Ξέρεις τι είναι να έχεις έτοιμο γήπεδο στη γειτονιά σου; Αργότερα έμαθες ότι την είχανε λέει στο σχέδιο πόλεως για πλατεία. Γι’ αυτό και δε χτίστηκε ποτέ.  Αν θυμάσαι για τέρμα βάζατε συνήθως πέτρες ή σε άλλες περιπτώσεις σχολικές τσάντες. Κι επειδή στη μια γωνία φυτρώνανε τσουκνίδες, τις κόβατε γιατί από πού θα βαράγατε τα κόρνερ. Ο χωρισμός σε δυο ομάδες ήταν ένα πρόβλημα που λυνόταν με αίσθημα δικαίου. Σε κάθε γειτονιά υπήρχε κι ένα παιχτρόνι που «ήξερε μπάλα». Ο όρος «ξέρει μπάλα» σήμαινε απλά ότι την έπαιρνε από τον τερματοφύλακα, τους πέρναγε όλους με μυθικές ντρίπλες κι έβαζε γκολ. Απλά πράματα.

Υπήρχε όμως πάντα ένα πρόβλημα. Η μπάλα. Δερμάτινη μπάλα δεν είχε σχεδόν κανένας. Εννοούμε καλή. Υπήρχαν μερικές φτηνιάρικές που τις κλώτσαγες και έμπαινε το παπούτσι μέσα! Κι αν υπήρχε, κατά έναν παράξενο τρόπο την είχε πάντα ο χοντρός της γειτονιάς που δεν ήξερε να κλωτσάει. Δεν τον ήθελε κανένας γιατί δεν ήξερε μπάλα (μόνο στις μέρες μας οι άμπαλοι βγάζουν εκατομμύρια) αλλά έλα όμως ο μπαμπάς του ο ναυτικός του είχε πάρει δερμάτινη!

Ήταν ακριβές πανάθεμά τες οι καλές. Και είχες και τη μάνα του να φωνάζει απ’ το μπαλκόνι «Παίξτε και τον Πελοπίδα παιδιά! Γιατί δεν τον παίζετε;» συνεπικουρούμενη και από τους άλλους γονείς της γειτονιάς. «Γιατί είναι άσχετος κυρά Ευτέρπη μου» ήταν η φυσιολογική απάντηση αλλά που να τολμήσει να πει κανείς τέτοιο πράγμα. Οπότε γινόταν ο αναγκαίος συμβιβασμός (για το καλό του τόπου!). Τον έπαιρνε κάποια ομάδα και τον έβαζε τέρμα στην αρχή και όταν σκούραιναν τα πράγματα άντε δεξί μπακ. Σε θέση ακίνδυνη. Οι αλλαγές θέσεων επιτρέπονταν από τους κανονισμούς της αλάνας.!

Ύστερα, τιτιανομαχία. Το παιχνίδι άρχιζε. Χωρίς διαιτητή φυσικά. Οι διαφορές επιλύονταν αμέσως είτε ειρηνικά είτε με φάπες! Τα γόνατα ματώνανε. Τα παπούτσια “Ζήτα Ελλάς” ανοίγανε μπροστά και χασκογελάγανε και ποιος την ακούει τη μάνα σου πάλι που πρέπει να τρέχει στον τσαγκάρη να τα κολλήσει. Όλοι είχαν ένα είδωλο. Οι ολυμπιακοί τον Δεληκάρη, οι παναθηναϊκοί τον Δομάζο, οι αεκτζήδες τον Μαύρο. Το παιχνίδι φούντωνε ώσπου…

Ώσπου, τράβαγες ένα δυνατό βολέ και αφού έμπαινε γκολ, η μπάλα διέσχιζε το δρόμο και πήγαινε βολίδα στη γλάστρα της κυρα-Κούλας.  Ο πανηγυρισμός  μετατρεπόταν  αυτόχρημα σε πανικό. Κάτω η γλάστρα, πάνε τα βασιλικά και η μπάλα εγκλωβισμένη στον κήπο της.

Τότε υπήρχαν δυο περιπτώσεις. Έπρεπε κάποιος σε χρόνο μηδέν να τρέξει περνώντας το δρόμο, να πηδήξει με ένα σάλτο μέσα στον κήπο, να πετάξει γρήγορα πάλι τη μπάλα έξω και να ξαναπηδήξει τα κάγκελα προς την ελευθερία. Πράγμα που ήθελε άμεση πρωτοβουλία και εκτέλεση! Αλλιώς, αν προλάβαινε η κυρα Κούλα να βγει με τα μπικουτί και τη ρόμπα σε έξαλλη κατάσταση, η μπάλα κινδύνευε! «Θα τη σκίσω παλιόπαιδα! Μας ζαλίσατε με δαύτη. Έχω και άρρωστο άνθρωπο! Αλλά δε φταίτε εσείς! Αύριο θα πάω στο σχολείο να βρω το διευθυντή!» Η γνωστή κυρα-Κούλα, που στα κάλαντα τα Χριστούγεννα πάντα σου έδινε τρύπιες δεκάρες. Που πάντα γκρίνιαζε με όλα. Άκληρη και στριμμένη.

Η κατάσταση τότε ήθελε άλλο χειρισμό. Διαπραγμάτευση! «Ελάτε κυρία Κούλα! Εσείς που είστε τόσο καλή! Σε δέκα λεπτά τελειώνουμε!» Στο παρακαλετό! Αν αποτύγχανε και αυτός ο τρόπος τότε αναλάμβανε διαμεσολαβητής ο καλός γείτονας ο κύριος Έξαρχος που τόσο σας αγαπούσε. Ο καλόκαρδος αυτός άνθρωπος στο ημίχρονο έβγαινε στη βεράντα του και σας έδινε καραμέλες και κανένα γλυκό αν υπήρχε για τον διακριθέντα! Και έκανε και χάζι το ματς! Δεν τον ενοχλούσαν ποτέ οι φωνές και το παιχνίδι. Αυτός λοιπόν μεσολαβούσε στην έσχατη περίπτωση (πως το λένε μωρέ τώρα, lender of last resort!) και τσουπ η στριμμένη πέταγε τη μπάλα ξανά στην αλάνα. Το ματς συνεχιζόταν μέχρι να σκοτεινιάσει ή μέχρι να ακουστεί η φωνή κάποιας μάνας! «Τελειώνετε πια! Πότε θα διαβάσετε!» Και μετά έβγαινε και η άλλη μάνα από δίπλα «Πες του δικού σου να μαζευτεί για να μαζευτεί κι ο δικός μου!» Και το ντέρμπι έληγε για να συνεχιστεί την άλλη μέρα και την άλλη και την άλλη!

Τώρα η αλάνα -εξού και αλανιάρης- έμεινε μόνο ένα λήμμα στα λεξικά. Έγινε πλατεία με παγκάκια για να την αράζουν συνταξιούχοι το πρωί και ζευγαράκια το βράδι. Κι αν δεις πιτσιρικαρία μαζεμένη, αυτή θα ασχολείται με το να στέλνει μηνύματα στα έξυπνα τηλέφωνα. Τώρα πια το παιδί σου δεν παίζει μπάλα σε καμιά αλάνα. Παίζει ποδόσφαιρο στις οργανωμένες ακαδημίες κάποιου παλαίμαχου ποδοσφαιριστή υπό τις οδηγίες διπλωματούχου προπονητού. Και δεν καταλαβαίνει. Δεν μπορεί να καταλάβει. Πάει και η κυρα-Κούλα δεν μπορεί να γκρινιάξει πια.  Πάει και ο καλός κύριος Έξαρχος που σας έδινε καραμέλες στο ημίχρονο. Υπάρχουν μόνο αναμνήσεις που σου φωνάζουν ότι μεγάλωσες πια. Και τι δε θα ‘δινες για να ζούσες ξανά μια μέρα σαν κι εκείνες.

Γιάννης Φελεμέγκας

 


#emo attacks
  • Ρε συ Μπάμπη, δε λες πως και το χρήμα είναι φθηνό, μπας και βρέξει 200εύρα;
  • Σάλτσμπουργκ-Γκενκ 6-2, φτωχό σκορ για πόλο
  • Το θρήσκευμα πρέπει υποχρεωτικά να αναγράφεται στο δίπλωμα οδήγησης, γιατί είναι και αυτοί που δεν έχουν το θεό τους
  • Θα λέει ας πούμε το απολυτήριο Λυκείου Πάτρικ Ογκουνσότο ή Ερνέστο Βαλβέρδε και θα λες να, το πατριωτάκι από τα Φιλιατρά