• emo.gr
  • Λογοτεχνία
  • Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ
Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ

«Σ’ αυτή την εποχή της δικτατορίας και περιστοιχισμένοι από εχθρούς από όλες τις πλευρές, δείχνουμε πότε – πότε περιττή ευσπλαχνία, περιττή καλοψυχία».
(Κρυλένκο, αγόρευση στη δίκη του Βιομηχανικού Κόμματος)

Αλεξάντρ Σολζενίτσιν

Πως πηγαίνει κανείς σ’ αυτό το μυστηριώδες Αρχιπέλαγος; Κάθε ώρα πετούν για εκεί αεροπλάνα, φεύγουν πλοία, τραίνα ξεκινούνε ξεφυσώντας, αλλά δεν υπάρχει επάνω τους ούτε μια επιγραφή που να δείχνει τονπροορισμό τους. Οι υπάλληλοι στις θυρίδες των εισιτηρίων και οι πράκτορες της Σοβτουρίστ (τουρισμός εσωτερικού) και της Ιντουρίστ (τουρισμός εξωτερικού) θα απορήσουν αν ζητήσετε κανένα εισιτήριο για εκεί. Δεν ξέρουν, δεν έχουν ακούσει τίποτα ούτε για το Αρχιπέλαγος γενικά, ούτε για κανένα από τα αμέτρητα νησάκια του.

Αυτοί που πηγαίνουν να διοικήσουν το Αρχιπέλαγος, βγαίνουν από τις σχολές του Υπουργείου Εσωτερικών.
Αυτοί που πηγαίνουν να φρουρήσουν το Αρχιπέλαγος, επιλέγονται μεταξύ των στρατιωτικών επιτρόπων.

Και αυτοί που πηγαίνουν εκεί για να πεθάνουν, όπως εσείς κι εγώ, αναγνώστες μου, πρέπει να περάσουν οπωσδήποτε και αποκλειστικά από τη σύλληψη.

Η σύλληψη!! Χρειάζεται να πούμε πως είναι ανατροπή ολόκληρης της ζωής σας; Πως είναι αστροπελέκι που σας χτυπάει κατακέφαλα; Πως είναι μια αδιανόητη ψυχική αναστάτωση, που δεν μπορεί ο καθένας να τη συνηθίσει και γλιστράει συχνά στην παραφροσύνη;
Ο κόσμος έχει τόσα κέντρα όσα και ζωντανά πλάσματα. Ο καθένας μας είναι κέντρο του κόσμου και ο κόσμος θρυμματίζεται, όταν κάποιος σας σφυρίξει: “Συλλαμβάνεστε!”

Αφού συλλαμβάνεστε εσείς, τι άλλο μπορεί ν’ αντέξει σ’ αυτό τον σεισμό; Μη μπορώντας όμως με το θολωμένο μυαλό μας να συλλάβουμε αυτή την ανατροπή του κόσμου, τόσο οι πιο ικανοί όσο και οι πιο απλοϊκοί από μας δεν βρίσκουμε, αυτή τη στιγμή, να αντλήσουμε από όλη την εμπειρία της ζωής μας παρά μόνο την κραυγή:

–Εγώ; Γιατί;

Είναι μια ερώτηση που ειπώθηκε εκατομμύρια και εκατομμύρια φορές πριν από μας και δεν πήρε ποτέ καμιά απάντηση.

Η σύλληψη είναι μια αστραπιαία ριζική μεταβολή, μια μεταφορά, μια μετάσταση από μια κατάσταση σε άλλη.

Καθώς ακολουθούσαμε τον μακρύ, λοξό δρόμο της ζωής μας, τρέχαμε ευτυχισμένοι ή σερνόμαστε δυστυχισμένοι μπροστά από φράχτες,
φράχτες, φράχτες – σάπιους σανιδένιους φράχτες, χωμάτινες, από τούβλα ή από τσιμέντο μάντρες, κιγκλιδώματα από χυτοσίδηρο. Και δεν κάναμε ποτέ τη σκέψη: τι να βρίσκεται από πίσω τους; Δεν επιχειρήσαμε ούτε με τα μάτια, ούτε με τη σκέψη να κοιτάξουμε πίσω από αυτούς τους φράχτες – και όμως εκεί ακριβώς αρχίζει η χώρα ΓΚΟΥΛΑΓΚ, δίπλα μας, εντελώς δίπλα μας, δυο μέτρα από μας. Ούτε προσέξαμε ποτέ, σ’ αυτούς τους φράχτες, τον αμέτρητο αριθμό από τις κλειδαμπαρωμένες, καλά καμουφλαρισμένες πορτούλες και αυλόπορτες. Όλες, όλες αυτές οι αυλόπορτες ήταν ετοιμασμένες για μας! Και ξαφνικά ανοίγει διάπλατα,
γρήγορα, κάποια μοιραία πόρτα και τέσσερα λευκά αντρικά χέρια, ασυνήθιστα στη δουλειά μα αρπακτικά, μας γραπώνουν από τα πόδια, από τα χέρια, από τον γιακά, από τον σκούφο, από το αυτί – μας τραβολογάνε μέσα σαν σακιά, και την αυλόπορτα πίσω μας, την αυλόπορτα που βγάζει στην προηγούμενη ζωή μας, την κλείνουν μια για πάντα, χτυπώντας τη δυνατά.

Αυτό είναι όλο. Συλλαμβάνεστε!
Και δεν βρίσκετε άλλη απάντηση παρά ένα αρνίσιο βέλασμα:

–Εγώ; Γιατί;

Αυτή είναι η σύλληψη: μια λάμψη εκτυφλωτική κι ένα αστροπελέκι, που σπρώχνει με μιας το παρόν στο παρελθόν και κάνει το αδύνατο ένα παρόν με πλήρη δικαιώματα. Κι αυτό είναι όλο. Και δεν είστε σε θέση ν’ αφομοιώσετε τίποτε άλλο ούτε
την πρώτη ώρα, ούτε το πρώτο μερόνυχτο. Μέσα στην απόγνωσή σας, θα σας γνέφει ακόμα το απατηλό φεγγάρι του
τσίρκου・ “Είναι λάθος! Θα βρεθεί άκρη!” Όσο για όλα τα άλλα, που σήμερα έχουν πάρει τη μορφή της παραδοσιακής, ακόμα και της λογοτεχνικής αντίληψης για τη σύλληψη, θα συγκεντρωθούν και θα μορφοποιηθούν όχι πια στη δική σας αναστατωμένη μνήμη, αλλά στη μνήμη της οικογένειάς σας και των γειτόνων σας.

Είναι ένα διαπεραστικό νυχτερινό κουδούνισμα ή ένα βάρβαρο χτύπημα στην πόρτα. Είναι η νταηλίδικη εισβολή από βρώμικες μπότες άγρυπνων αστυνομικών. Είναι ο τρομοκρατημένος μάρτυρας, που κρύβεται πίσω από τις πλάτες τους σαν δαρμένο σκυλί. (Και τι τον θέλουν αυτόν τον μάρτυρα; Τα θύματα δεν τολμούν να το σκεφτούν, οι πράκτορες δεν το θυμούνται, αλλά έτσι ορίζουν οι διαταγές, και θα αναγκαστεί να μείνει εδώ όλη τη νύχτα και να υπογράψει το πρωί. Και για τον σηκωμένο με το ζόρι από το κρεβάτι του μάρτυρα, αυτό είναι επίσης μαρτύριο: να περιφέρεται τη μια νύχτα μετά την άλλη και να παραβρίσκεται στη
σύλληψη των γειτόνων και των γνωστών του).

Η παραδοσιακή σύλληψη είναι ακόμα χέρια τρεμάμενα που ετοιμάζουν τα πράγματα για εκείνον που φεύγει: αλλαξιές εσώρουχα, κομμάτια σαπούνι, λίγα τρόφιμα, και κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς χρειάζεται, τι μπορεί και τι είναι καλύτερα να φορέσει. Οι αστυνομικοί όμως βιάζονται και διακόπτουν τις ετοιμασίες: “Δεν έχει ανάγκη από τίποτα. Θα του δώσουν
εκεί να φάει. Εκεί κάνει ζέστη”. (Όλα ψέματα! Και τους βιάζουν μόνο και μόνο για να τους τρομοκρατήσουν).

Η παραδοσιακή σύλληψη είναι ακόμα, ύστερα, αφού πάρουν τον δύστυχο τον κρατούμενο, η πολύωρη έρευνα του διαμερίσματος από μια σκληρή, ξένη, καταθλιπτική δύναμη. Είναι η διάρρηξη και το άνοιγμα, το ρίξιμο καταγής και το ξερίζωμα από τους τοίχους, το πέταγμα των πραγμάτων που βρίσκονται στις ντουλάπες και στα τραπέζια, το τίναγμα, το σκόρπισμα, το σχίσιμο και το σώριασμα βουνών από σκουπίδια στο πάτωμα, και το τρίξιμο κάτω από τις μπότες. Και δεν υπάρχει τίποτα ιερό όσο διαρκεί η έρευνα! Όταν έπιασαν τον μηχανοδηγό των τραίνων Ινόσιν, στο δωμάτιο βρισκόταν το φέρετρο με το παιδί του, που μόλις είχε
πεθάνει. Οι εκπρόσωποι του νόμου πέταξαν το παιδί από το φέρετρο, και έψαξαν και εκεί! Σηκώνουν ακόμα και τους αρρώστους από τα κρεβάτια τους και λύνουν τους επιδέσμους. Τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί παράλογο στη διάρκεια της έρευνας! Από τον Τσετβερούχιν, συλλέκτη παλαιών εγγράφων, “άρπαξαν αρκετά φύλλα τσαρικών διαταγμάτων (ουκάζια)”, και συγκεκριμένα τα ουκάζια για τον τερματισμό του πολέμου με τον Ναπολέοντα, για τη σύναψη της ΙεράςΣυμμαχίας και για τη Δέηση που έγινε εναντίον της χολέρας το 1830. Από τον καλύτερο γνώστη μας του Θιβέτ Βοστρικώφ κατασχέσανε αρχαίαπολύτιμα θιβετιανά χειρόγραφα (και οι μαθητές του μακαρίτη κατάφεραν να τα γλιτώσουν από τα χέρια της Κα-Κε-Μπε μόνο ύστερα από 30
χρόνια!) Όταν έπιασαν τον ειδικό των ανατολικών μελετών Νέφσκυ, του πήραν τα χειρόγραφα των Ταγκούτ (και ύστερα από 25 χρόνια στον μακαρίτη απονεμήθηκε μεταθανάτια το βραβείο Λένιν, γιατί κατάφερε πρώτος να τα διαβάσει). Από τον Κάργκερ πήραν το αρχείο των Οστιάκ του ποταμού Γιενισέι και απαγόρευσαν το σύστημα γραφής και το αλφάβητο που είχε εφεύρει αυτός – έτσι ένας ολόκληρος λαός έμεινε χωρίς γραφή. Θα χρειαζόταν πολύς καιρός για να τα περιγράψει κανείς
όλα αυτά λογοτεχνικά, να πώς χαρακτηρίζει όμως ο λαός τις έρευνες της αστυνομίας: Ψάχνουν να βρουν ό,τι δεν υπάρχει.

Όσα κατασχεθούν, τα παίρνουν μαζί τους, καμιά φορά μάλιστα αναγκάζουν και τον ίδιο τον κρατούμενο να τα μεταφέρει. Έτσι η Νίνα Αλεξάντροβνα Παλτσίνσκαγια κουβάλησε στην πλάτη της το σακί με τα χαρτιά και τα γράμματα του μακαρίτη του άντρα της, του ακαταπόνητου μεγάλου Ρώσου μηχανικού, και τα πήγε η ίδια στο στόμα ΤΟΥΣ, για πάντα, χωρίς γυρισμό.

Για εκείνους που μένουν μετά τη σύλληψη, αρχίζει μια μακρόσυρτη, ρημαγμένη, άδεια ζωή. Δοκιμάζουν να στείλουν δέματα. Μα από όλες τις θυρίδες ακούγονται γαυγίσματα: “Τέτοιο όνομα δεν υπάρχει στον κατάλογο”, “δεν έχουμε κανένα τέτοιον!” Στις χειρότερες μέρες του Λένινγκραντ, για να φτάσεις σ’ αυτή τη θυρίδα, χρειαζόταν να σταθείςστην ουρά πέντε μερόνυχτα. Και μόνο έπειτα από κανένα εξάμηνο, ή και χρόνο ακόμα, ο ίδιος ο κρατούμενος ίσως να δώσει κανένα σημείο ζωής ήίσως να σας πληροφορήσουν απότομα: “Δεν έχει δικαίωμα αλληλογραφίας”. Κι αυτό σημαίνει – για πάντα. “Δεν έχει δικαίωμα
αλληλογραφίας” – σημαίνει σχεδόν σίγουρα: τουφεκίστηκε.

Έτσι φανταζόμαστε τη σύλληψη.”

Αλεξάντρ Σολζενίτσιν, βιογραφικά στοιχεία

Προτού τα βάλει με το σοβιετικό καθεστώς βομβάρδιζε τους ναζί με οβίδες – ως αξιωματικός του πυροβολικού, κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Προερχόμενος από οικογένεια Κοζάκων, ο μαθηματικός Αλεξάντρ Σολζενίτσιν ήταν είκοσι τριών ετών όταν ο Χίτλερ ξεκίνησε την επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα», εξαπολύοντας σφροδρή επίθεση κατά της Σοβιετικής Ενωσης. Βρέθηκε στο μέτωπο και παρασημοφορήθηκε για τη δράση του, αλλά όταν το 1945 έπεσε στα χέρια των αρχών επιστολή του στην οποία δεν μιλούσε καθόλου κολακευτικά για τον Στάλιν, ο Σολζενίτσιν βρέθηκε στο «αρχιπέλαγος γκούλαγκ». Στον συγγραφέα του ομώνυμου βιβλίου, εξάλλου, ο οποίος πέθανε  στη Μόσχα, στα 89 του χρόνια, οφείλει η Δύση την ανακάλυψη της λέξης «γκούλαγκ, Εξορία

Οκτώ χρόνια έγκλειστος μέσα σε ένα τέτοιο στρατόπεδο έμεινε ο Σολζενίτσιν προτού μεταφερθεί σε εσωτερική εξορία στο Καζακστάν, όπου και υποβλήθηκε σε θεραπεία κατά του καρκίνου του στομάχου. Επέζησε και των γκούλαγκ και του καρκίνου.

Όλα αυτά τον ανέδειξαν σε σημαντικό κομμάτι της ρωσικής συνείδησης, σε «οσιομάρτυρα», σε «Ντοστογιέφσκι του 20ού αιώνα». (Οπως ο Αλεξάντρ έτσι και ο μεγάλος Φίοντορ επέζησε της επιληψίας και του τσαρικού εκτελεστικού αποσπάσματος.) Ανεξάρτητα από τέτοιες αγιοποιήσεις, ο Σολζενίτσιν έγραψε μερικά βιβλία που έμειναν στην Ιστορία, με πρώτο το «Μία ημέρα στη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς», που εκδόθηκε το 1962, σε μια εποχή «αποσταλινοποίησης». Αμέσως κριτικοί και κοινό συνέκριναν αυτό τον άσημο δασκαλάκο με τον Τολστόι, τον Ντοστογιέφσκι και τον Τσέχοφ. Ηταν επίσης το πρώτο βιβλίο που αντλούσε από την εμπειρία των γκούλαγκ.

Οκτώ χρόνια αργότερα, το 1970, ήρθε το βραβείο Νομπέλ. Και μετά η κόλαση. Το 1973 κυκλοφόρησε στη Δύση ο πρώτος τόμος του «Αρχιπελάγους Γκούλαγκ» (που είχε περάσει σε εκδότες της Νέας Υόρκης και του Παρισιού με μικροφίλμ), και αποτελεί μια ανάγλυφη περιγραφή του συστήματος καταπίεσης της ΕΣΣΔ, αλλά το καθεστώς Μπρέζνιεφ θεώρησε τον Σολζενίτσιν «προδότη».

Λεπτομέρεια που προσδίδει δράμα στην υπόθεση: Ο Σολζενίτσιν έκρυβε το χειρόγραφο, ωστόσο μετά από ανάκριση της δακτυλογράφου του από την KGB η τελευταία ομολόγησε πού το έκρυβε ο συγγραφέας. Η κοπέλα, ονόματι Ελιζαμπέτα Βορονιάσκαγια, κρεμάστηκε.

Στις αρχές του 1974 οι αρχές τού πήραν την υπηκοότητα και τον έδιωξαν από τη χώρα. Ήταν μια μάλλον επιεικής ποινή, τηρουμένων των δεδομένων που ίσχυαν στην ΕΣΣΔ.

Ήδη όμως από τη δεκαετία του ’60 δεξιοί και αριστεροί διανοούμενοι της Δύσης είχαν κάνει αγώνα προκειμένου να προστατευτεί ο Σολζενίτσιν, κι αυτό αναχαίτισε τους Σοβιετικούς. Έτσι, έφυγε από τη Ρωσία και πρώτος του σταθμός ήταν η Γερμανία, όπου τον υποδέχθηκε με τιμές ο Χάινριχ Μπελ.

Χρειάστηκαν να περάσουν είκοσι ακριβώς χρόνια για να επιστρέψει στη μητέρα-πατρίδα ο Ρώσος συγγραφέας, το 1994. Η επιστροφή του ήταν κορυφαίο γεγονός κι έμοιαζε με τη δραματική επιστροφή ενός εθνικού ήρωα. Στα χρόνια της εξορίας του, πάντως, όντας εγκατεστημένος στο Βερμόντ των ΗΠΑ, ο Σολζενίτσιν ολοκλήρωσε και τους άλλους δύο τόμους του «Αρχιπελάγους», έγραψε και άλλα βιβλία μέσα από τα οποία κατακεραύνωνε το σοβιετικό σύστημα (ένα από αυτά είναι ο «Θάλαμος των καρκινοπαθών»), κυρίως όμως έζησε σαν ερημίτης με την οικογένειά του και δεν έπαψε να μιλά επικριτικά για την ηθική παρακμή της Δύσης.

Στην ουσία ο Σολζενίτσιν απέρριπτε και τις δυτικές δημοκρατίες, ενώ ουδέποτε είδε με καλό μάτι τις αλλαγές που έφεραν στη χώρα του ο Γκορμπατσόφ και ο Γιέλτσιν. Αυτή είναι και η άλλη πλευρά του νομίσματος Σολζενίτσιν: Ναι μεν όρθωσε το ανάστημά του στον ολοκληρωτισμό του κομμουνισμού, από την άλλη όμως άρχισε να μιλά νοσταλγικά για τσάρους και «Μεγάλες Ρωσίες», και έγραψε αναλυτικά για τον σκοτεινό ρόλο των Εβραίων στη Ρωσική Επανάσταση, εκφράζοντας έναν αντισημιτισμό κι έναν συντηρητισμό παλαιάς κοπής.

Μπορεί, λοιπόν, το 1994 οι Ρώσοι να τον υποδέχτηκαν σαν θεό, αλλά στη συνέχεια τέτοιου τύπου απόψεις, τις οποίες εξέφραζε σε δημόσιες εμφανίσεις του, τον κατέστησαν γραφικό και κουραστικό. Η ισοπεδωτική του απόρριψη της νέας Ρωσίας δεν τον εμπόδισε πάντως να αποδεχθεί ένα βραβείο για το σύνολο του έργου του από τον ίδιο τον Πούτιν , τον μόνο –τότε- νέο Ρώσο πολιτικό που εκτιμούσε.

Σήμερα, τα βιβλία του Σολζενίτσιν έχουν πουλήσει περισσότερα από τριάντα εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο κι έχουν μεταφραστεί σε σαράντα γλώσσες, ενώ έκαναν τον Έρικ Χόμπσμπαουμ να τον χαρακτηρίσει ως «το σημαντικότερο καλλιτεχνικό μέσο κατά του σταλινισμού».

Η γραφή του δείχνει ότι θα αντέξει περισσότερο απ’ ό,τι εκείνη των Κέσλερ και Οργουελ, που ασχολήθηκαν με παρόμοια θέματα και, παρά τις υπερβολές και τις ακραίες απόψεις του, στην πεζογραφία του ήταν ειλικρινής κι έντιμος. Και ως προς τα γεγονότα που περιέγραψε.

Όπως είπε κάποτε ο Ρώσος ποιητής Γιόζεφ Μπρόντσκι στη Σούζαν Σόνταγκ: «Ξέρεις, Σούζαν, όλα όσα λέει ο Σολζενίτσιν για τη Σοβιετική Ενωση είναι αλήθεια. Πράγματι, αυτά τα νούμερα -τα εξήντα εκατομμύρια θύματα- είναι όλα αλήθεια».

 


#emo attacks
  • Ρε συ Μπάμπη, δε λες πως και το χρήμα είναι φθηνό, μπας και βρέξει 200εύρα;
  • Σάλτσμπουργκ-Γκενκ 6-2, φτωχό σκορ για πόλο
  • Το θρήσκευμα πρέπει υποχρεωτικά να αναγράφεται στο δίπλωμα οδήγησης, γιατί είναι και αυτοί που δεν έχουν το θεό τους
  • Θα λέει ας πούμε το απολυτήριο Λυκείου Πάτρικ Ογκουνσότο ή Ερνέστο Βαλβέρδε και θα λες να, το πατριωτάκι από τα Φιλιατρά