• emo.gr
  • Λογοτεχνία
  • Η πανούκλα στο Μπέργκαμο
Η πανούκλα στο Μπέργκαμο

Jens Peter Jacobsen: Σπουδαίος Δανός διηγηματογράφος του 19ου αιώνα με επιδράσεις από τον συμπατριώτη του φιλόσοφο Søren Kierkegaard

Το Παλαιό Μπέργκαμο βρίσκεται στην κορυφή ενός μικρού βουνού, είναι περιφραγμένο με τείχη και πύλες και το Νέο Μπέργκαμο στους πρόποδες του βουνού, εκτεθειμένο σε κάθε άνεμο.

(Επιμέλεια Γ. Φελεμέγκας)

Μια μέρα η πανώλη ξέσπασε στην νέα πόλη και εξαπλώθηκε με μια τρομερή ταχύτητα. Πάρα πολλοί άνθρωποι πέθαναν και άλλοι έφυγαν μακριά, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα Και οι πολίτες του Παλαιού Μπέργκαμο έβαλαν φωτιά στην εγκαταλελειμμένη πόλη, για να εξαγνίσουν την ατμόσφαιρα αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Οι άνθρωποι άρχισαν να πεθαίνουν και εκεί ψηλά. Αρχικά ένας τη μέρα, μετά πέντε, μετά δέκα, μετά είκοσι και όταν η πανώλη εξαπλώθηκε πλήρως, πολλοί περισσότεροι. Κι αυτοί δεν μπορούσαν να φύγουν μακριά όπως εκείνοι της νέας πόλης. Υπήρξαν κάποιοι που το προσπάθησαν αλλά ζούσαν σαν κυνηγημένα ζώα. Κρύβονταν σε χαντάκια και υπονόμους, κάτω από φράχτες και σε πράσινα χωράφια. Οι χωρικοί στων οποίων τα σπίτια, σε πολλές περιοχές, οι φυγάδες είχαν φέρει την πανώλη, λιθοβολούσαν κάθε ξένο που συναντούσαν, τον απομάκρυναν από την γη τους ή τον χτυπούσαν σαν λυσσασμένο σκύλο χωρίς οίκτο ή έλεος, με μία δικαιολογημένη αυτοάμυνα, όπως εκείνοι πίστευαν.

Οι άνθρωποι του Παλαιού Μπέργκαμο έπρεπε να μείνουν στην πόλη τους και μέρα με τη μέρα η κατάσταση γινόταν όλο και χειρότερη, μέρα με τη μέρα η φρικτή αυτή αρρώστια γινόταν περισσότερο αχόρταγη και αρπακτική. Ο τρόμος μετατράπηκε σε τρέλα. Ο,τιδήποτε γινόταν με νόμο και τάξη φάνηκε σαν να το έχει καταπιεί η γη και ό,τι χειρότερο υπήρχε στην ανθρώπινη φύση, πήρε την θέση του. Στην αρχή της εξάπλωσης της πανώλης, οι άνθρωποι συνεργάζονταν, με αρμονία και ομόνοια. Φρόντιζαν έτσι ώστε τα πτώματα να θάβονταν κατάλληλα και με κάθε επισημότητα και αυτό φαινόταν καθημερινά, αφού τελετουργικές φωτιές ανάβονταν σε πλατείες και δημόσιους χώρους με σκοπό ο υγιής καπνός, πιθανώς, να κατευθυνόταν στους δρόμους της πόλης. Ξύδι και άρκευθος μοιράζονταν στους φτωχούς και πάνω απ’ όλα, οι άνθρωποι αναζητούσαν παρηγοριά στις εκκλησίες, νωρίς ή αργά, μόνοι τους ή με λιτανείες. Καθημερινά πήγαιναν μπροστά στο Θεό προσευχόμενοι και όταν ο ήλιος έδυε πίσω από τα βουνά, όλες οι καμπάνες καλούσαν τους Ουρανούς θρηνητικά με την βοήθεια εκατοντάδων ρυθμικών φωνών. Νηστείες ορίστηκαν να γίνουν και κάθε μέρα ιερά κειμήλια εκτίθεντο στις Άγιες Τράπεζες. Τελικά μια μέρα, καθώς δεν ήξεραν τι άλλο να κάνουν, από το μπαλκόνι του δημαρχείου και εν μέσω της μουσικής τρομπετών και κορνών, ανακήρυξαν την Παναγία δήμαρχο της πόλης για τώρα και για πάντα.

Αλλά όλα αυτά δεν βοήθησαν. Δεν υπήρχε τίποτα να βοηθήσει. Και καθώς οι άνθρωποι το ένιωσαν αυτό και η πεποίθηση ότι οι Ουρανοί είτε δεν θα βοηθούσαν είτε δεν μπορούσαν να βοηθήσουν όλο και μεγάλωνε, εκείνοι κατέβασαν τα χέρια τους, σταματώντας να παρακαλούν τον Θεό, λέγοντας: «Ας έρθει ό,τι είναι νάρθει!»

Μάλλον φάνηκε, σαν η αμαρτία να εξελίχθηκε από μία μυστική, κρυφή ασθένεια σε μία μοχθηρή, μανιασμένη πανώλη η οποία μέσω των χεριών μεταδόθηκε από τον έναν στον άλλον με σκοπό να σκοτώσει την ψυχή, όπως επίσης και να καταστρέψει με μανία το σώμα. Τόσο απίστευτες ήταν οι πράξεις τους, τόσο τεράστια η διαφθορά τους. Ο αέρας ήταν γεμάτος με βλασφημία και ασέβεια, με τα βογγητά των λαίμαργων και τα ουρλιαχτά των μεθυσμένων. Η αγριότερη νύχτα δεν έκρυβε μεγαλύτερη ακολασία από αυτήν που λάμβανε χώρα στο φως της μέρας. «Σήμερα τρώμε γιατί αύριο θα πεθάνουμε!».

Ήταν σαν να είχαν μελοποιήσει τις λέξεις αυτές και έπαιζαν με πολλά όργανα ένα ατελείωτο διαβολικό κονσέρτο. Ναι, εάν όλες οι αμαρτίες δεν είχαν ακόμα επινοηθεί, αυτοί θα τις επινόησαν εδώ. Έτσι, δεν υπήρχε δρόμος που να μην τον ακολούθησαν μέσα στην φαυλότητά τους. Τα πιο αφύσικα βίτσια ανθούσαν μεταξύ τους, και ακόμα, τόσο σπάνιες αμαρτίες όπως η νεκρομαντεία, η μαγεία και οι εξορκισμοί, τους έγιναν οικείες ώστε υπήρχαν πολλοί από αυτούς που έλπιζαν να αποκτήσουν προστασία από τις δυνάμεις του κακού, την οποία οι Ουρανοί δεν καταδέχονταν να δώσουν. Οτιδήποτε είχε να κάνει με την αμοιβαία βοήθεια ή το έλεος είχε εκλείψει από την σκέψη τους. Ο καθένας νοιαζόταν μόνο για τον εαυτό του. Όποιος ασθενούσε αντιμετωπιζόταν σαν κοινός εχθρός και εάν τύχαινε κάποιος να ήταν τόσο άτυχος ώστε να έπεφτε στο δρόμο, εξαντλημένος από τον πρώτο πυρετικό παροξυσμό που προκαλούσε η πανώλη, δεν υπήρχε για αυτόν ανοιχτή πόρτα από κανέναν, παρά τρυπήματα με λόγχες και λιθοβολισμοί, με τα οποία τον ανάγκαζαν να παραμερίσει από την πορεία εκείνων που ήταν ακόμα υγιείς.

Και μέρα με τη μέρα η πανώλη εξαπλωνόταν, ο καλοκαιρινός ήλιος έλουζε την πόλη, δεν είχε πέσει ούτε μία σταγόνα βροχής, δεν είχε φυσήξει ούτε ένα αεράκι. Από τα πτώματα που κείτονταν σ’ άπιαστα σπίτια και από εκείνα που ήταν μισοθαμμένα στη γη, αναδυόταν μία αποπνικτική δυσωδία, που ανακατεμένη με τον στάσιμο αέρα των δρόμων, προσείλκυε σμήνη και νέφη από κοράκια και κουρούνες έτσι ώστε οι τοίχοι και οι ταράτσες να γίνουν μαύρα, καλυπτόμενες από αυτά τα πτηνά. Και γύρω στα τείχη που περίκλειαν την πόλη κάθονταν παράξενα, μεγάλα και ξενόφερτα πουλιά που ήρθαν από πολύ μακριά, με ράμφη πρόθυμα για λεία και με νύχια γαμψά. Και αυτά κάθονταν εκεί πάνω και κοιτούσαν χαμηλά με τα γαλήνια και άπληστα μάτια τους σαν να περίμεναν να μετατραπεί η πόλη σε έναν τεράστιο λάκκο από ψοφίμια.

Είχαν περάσει ακριβώς έντεκα βδομάδες από τότε που ξέσπασε η πανώλη, όταν ο φύλακας του πύργου και άλλοι άνθρωποι που στέκονταν σε ψηλά σημεία της πόλης παρατήρησαν μία παράξενη πομπή να έρχεται από την πεδιάδα μέσα από τους δρόμους της νέας πόλης, ανάμεσα στα μαυροκαπνισμένα τείχη και στους μαύρους σωρούς από στάχτη των ξύλινων σπιτιών. Ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων! Τουλάχιστον εξακόσιοι ή περισσότεροι, άνδρες και γυναίκες, γέροι και νέοι, που κουβαλούσαν μεγάλους, μαύρους σταυρούς και πάνω από τα κεφάλια τους ανέμιζαν πλατιά λάβαρα, κόκκινα όπως η φωτιά και το αίμα. Τραγουδούν ενόσω προχωρούν προς τα εμπρός και σπαραξικάρδιες νότες απόγνωσης γεμίζουν την ήσυχη και αποπνικτική ατμόσφαιρα. Καφέ, γκρίζα και μαύρα είναι τα ρούχα τους αλλά όλοι έχουν ένα κόκκινο σύμβολο στο στήθος τους.

Ένας σταυρός φαίνεται να είναι, καθώς πλησιάζουν. Συνεχώς πλησιάζουν. Στριμώχνονται κατά μήκος του δρόμου καθώς ανεβαίνουν, κινούμενοι ανάμεσα στα τείχη, και ο οποίος οδηγεί πάνω στην παλιά πόλη. Είναι μια κοσμοσυρροή από λευκά πρόσωπα. Φέρουν μαστίγια. Στα κόκκινα λάβαρά τους απεικονίζεται μία βροχή από φωτιά. Και οι μαύροι σταυροί λικνίζονται σε όλο το μήκος του πλήθους. Από όλο αυτό το πυκνό σύνολο αναδύεται μυρωδιά ιδρώτα, στάχτης, σκόνης από τον δρόμο και ξεθυμασμένου λιβανιού. Αυτοί πλέον δεν τραγουδούν ούτε μιλούν, τίποτα δεν ακούγεται εκτός από τον βηματισμό τους, τον σαν κοπαδιού ήχο των γυμνών ποδιών τους. Το ένα πρόσωπο μετά το άλλο βυθίζονται στο σκοτάδι εντός της πύλης του πύργου και αναδύονται στο φως από την άλλη μεριά, με μια ζαλισμένη, κουρασμένη έκφραση και ημίκλειστα βλέφαρα. Τότε το τραγούδι αρχίζει ξανά: ένας θρηνητικός ψαλμός. Σφίγγουν τα μαστίγιά τους και περπατούν με ζωηρό βήμα, σαν να ακούν πολεμικό εμβατήριο. Φαίνονται σαν να ήρθαν από μια πόλη που λιμοκτονούσε· τα μάγουλά τους έχουν λακκούβες, τα κόκαλά τους ξεχωρίζουν, τα χείλη τους είναι άσπρα και έχουν μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια.

Οι άνθρωποι του Μπέργκαμο έχουν συνωστισθεί και τους παρατηρούν με κατάπληξη και ανησυχία. Τα κόκκινα, άσωτα πρόσωπά τους βρίσκονται σε αντίθεση με τα χλωμά, λευκά των επισκεπτών. Ανιαρά βλέμματα, εξαντλημένα από την κραιπάλη χαμηλώνουν μπροστά από εκείνα τα διαπεραστικά, φλογερά μάτια. Περιπαικτικοί βλάσφημοι στέκονται με ανοιχτό στόμα μπροστά από αυτούς τους ύμνους. Και υπάρχει αίμα στα μαστίγιά τους. Ένα συναίσθημα περίεργης ανησυχίας κυρίευσε τους ανθρώπους στην όψη των ξένων. Αλλά δεν τους πήρε πολλή ώρα να συνέλθουν από την έκπληξή τους. Κάποιοι από αυτούς αναγνώρισαν έναν σχεδόν τρελό τσαγκάρη από την Μπρέσια, μεταξύ εκείνων που κουβαλούσαν τους σταυρούς και αμέσως όλη αυτή η πομπή έγινε περίγελος. Οπωσδήποτε ήταν κάτι νέο, κάτι το διαφορετικό από όσα είχαν ζήσει εκείνες τις μέρες και όταν οι ξένοι πλησίαζαν στον καθεδρικό ναό, όλοι τους ακολουθούσαν σαν να ακολουθούν μια ομάδα ταχυδακτυλουργών ή μια εξημερωμένη αρκούδα. Αλλά καθώς προχωρούσαν στριμωγμένοι, ένιωσαν απογοήτευση. Ένιωσαν τόσο πεζοί σε σύγκριση με την επισημότητα αυτών των ξένων. Αντιλήφθηκαν πολύ καλά ότι εκείνοι οι τσαγκάρηδες και οι ραφτάδες είχαν έρθει εδώ για να τους προσηλυτίσουν, να προσευχηθούν για αυτούς και να ξεστομίσουν λόγια που δεν ήθελαν να ακούσουν.

Ήταν δύο λιγνοί, γκριζομάλληδες αλχημιστές που είχαν προκαλέσει την ασέβεια του πλήθους. Ερέθιζαν τους συμπολίτες τους και εξαιτίας της κακίας της καρδιάς τους διέγειραν τα πάθη τους έτσι ώστε, σε κάθε βήμα προς την εκκλησία, η στάση του πλήθους να γίνεται όλο και πιο απειλητική και οι κραυγές θυμού του όλο και αγριότερες. Δεν θα ‘παιρνε πολλή ώρα για να αρχίσει το πλήθος να βιαιοπραγεί πάνω σε αυτούς τους άγνωστους μαστιγιοφόρους επισκέπτες.

Σε λιγότερο από εκατό βήματα από την είσοδο της εκκλησίας, η πόρτα μιας ταβέρνας άνοιξε και κάμποσοι γλεντζέδες κατρακύλησαν έξω, ο ένας πάνω στον άλλον. Τέθηκαν επικεφαλής της πομπής και την οδηγούσαν, τραγουδώντας και ουρλιάζοντας με περίεργες ιεροφανείς χειρονομίες. Όλοι εκτός από έναν που έκανε τούμπες επάνω στο γρασίδι που είχε φυτρώσει ανάμεσα σε μερικές πέτρινες πλάκες των σκαλοπατιών της εκκλησίας. Αυτό φυσικά προκάλεσε γέλιο και έτσι μπήκαν ειρηνικά μέσα στο ναό. Ήταν περίεργο να είναι κανείς εδώ ξανά, να εισέρχεται σε ένα ψυχρό και μεγάλο χώρο, σε μια ατμόσφαιρα δηκτική, με την μυρωδιά σταγόνων από κεριά αφημένων εκεί για πολλές μέρες, κατά μήκος βυθισμένων στο χώμα πέτρινων πλακών, τις οποίες τα πόδια τους γνώριζαν πολύ καλά και πάνω σε αυτές τις πέτρες, των οποίων τα φθαρμένα σχέδια και οι λαμπρές επιγραφές είχαν τόσο συχνά προκαλέσει βαριεστημένες σκέψεις. Και καθώς τα μάτια τους λίγο περίεργα, λίγο ακούσια αναζητούσαν ανακούφιση στο ελαφρώς χαμηλωμένο φως, κάτω από τις αψίδες του ναού ή ξεγλιστρούσαν από την αμυδρή αντανάκλαση χρωμάτων προερχόμενων από την χρυσόσκονη και από τα λεκιασμένα από καπνό αντικείμενα που βρίσκονταν παντού στον χώρο ή χάνονταν στις παράξενες σκιές της Αγίας Τράπεζας, εκεί άναψε μέσα στις καρδιές τους μια λαχτάρα, την οποία δεν μπορούσαν να καταστείλουν.

Στο μεταξύ εκείνοι που είχαν βγει από την ταβέρνα συνέχιζαν την σκανδαλώδη συμπεριφορά τους πάνω στην ψηλότερη Αγία Τράπεζα. Ένας τεράστιος, ογκώδης χασάπης, νέος άνθρωπος, είχε βγάλει την άσπρη ποδιά του και την έδεσε στον λαιμό του, έτσι ώστε να κρέμεται στην πλάτη του σαν ράσο και διασκέδαζε τους γύρω του με τα αγριότερα και πιο τρελά λόγια, γεμάτα με αισχρότητα και βλασφημία. Ένας γεράκος με μεγάλη κοιλιά, δραστήριος και ευκίνητος για τα κιλά του, με ένα πρόσωπο σαν ξεφλουδισμένη κολοκύθα ήταν ο νεωκόρος και ανταποκρίθηκε στον χασάπη με τις πιο επιπόλαιες μελωδίες. Αυτός προσκύνησε, γονάτισε και γύρισε την πλάτη του στην Αγία Τράπεζα, χτύπησε την καμπάνα σαν να ήταν γελωτοποιός και περιέστρεφε το θυμιατήρι σαν ρόδα. Οι άλλοι ξάπλωσαν μεθυσμένοι στα σκαλοπάτια, ουρλιάζοντας από τα γέλια και έχοντας λόξυγγα λόγω μέθης.

Όλη η εκκλησία γελούσε, ούρλιαζε και κορόιδευε τους ξένους. Τους προκαλούσαν να στρέψουν το βλέμμα επάνω τους για να δουν τι σκέφτονται οι άνθρωποι του Μπέργκαμο για τον Θεό τους. Δεν επεδίωκαν να προσβάλουν τον Θεό που τους έκανε να χαίρονται μέσα σε όλο αυτό το πανδαιμόνιο αλλά ένιωθαν ικανοποίηση γνωρίζοντας ότι κάθε μία από τις βλασφημίες τους ήταν ένα κεντρί στις καρδιές των ιερών αυτών ανθρώπων.

Οι ξένοι σταμάτησαν στο κέντρο του ναού και στέναζαν με πόνο. Οι καρδιές τους έβραζαν από μίσος και εκδίκηση. Σήκωσαν τα μάτια και τα χέρια τους προς τον Θεό και προσευχήθηκαν ώστε η εκδίκησή του να πέσει στο πλήθος εξαιτίας της κοροϊδίας του, εδώ στον οίκο Του. Ευχαρίστως θα καταστρέφονταν μαζί με όλους αυτούς τους παράτολμους, αρκεί μόνο Εκείνος να έδειχνε την οργή Του. Με χαρά θα άφηναν τους εαυτούς τους να συντριβούν κάτω από την φτέρνα Του, εάν μόνο Εκείνος θριάμβευε, ώστε οι φωνές τρόμου, απόγνωσης και μετάνοιας, που θα ήταν μάταιες, ίσως να έφταναν ψηλά σε Αυτόν, από εκείνα τα ασεβή χείλη. Και έψελναν έναν θρήνο. Κάθε νότα του, ακουγόταν σαν κλάμα για την βροχή φωτιάς που κατέκλυσε τα Σόδομα, για την δύναμη του Σαμψών, που γκρέμισε τις κολόνες στον Οίκο των Φιλισταίων.

Προσευχήθηκαν με μουσική και στίχους. Απογύμνωσαν τους ώμους τους και προσευχήθηκαν με τα μαστίγιά τους. Γονάτισαν ευλαβικά, σειρά παρά σειρά, γδύθηκαν έως την μέση και αιωρούσαν τα μαστίγια, με τις κοφτερές απολήξεις και τους κόμπους, στις ματωμένες πλάτες τους. Άγρια και μανιασμένα χτυπούσαν τους εαυτούς τους, έτσι ώστε σταγόνες αίματος να κολλήσουν πάνω στα τσιριχτά μαστίγια. Κάθε χτύπημα ήταν μια θυσία στον Θεό. Μακάρι να χτυπιούνταν με οποιονδήποτε τρόπο υπάρχει, μακάρι να σχίζονταν σε χιλιάδες ματωμένα κομμάτια, εδώ μπροστά Του! Αυτό το σώμα με το οποίο αμάρτησαν, ενάντια στις Εντολές Του, έπρεπε να τιμωρηθεί, να βασανιστεί, να εκμηδενιστεί, για να Δει πόσο μισητό τους ήταν, για να Δει πώς αυτοί έγιναν σκυλιά για να τον ευχαριστήσουν, πιο χαμηλά και από σκυλιά μπροστά στην θέλησή Του, τα πιο ποταπά ζωύφια που τρέφονται με την σκόνη από τις σόλες των ποδιών Του. Χτύπημα με χτύπημα, μέχρι τα χέρια τους να πέσουν ή να βαρύνουν από τις κράμπες. Εκεί, σειρά παρά σειρά, με μάτια να λάμπουν από τρέλα, με αφρούς στο στόμα τους, το αίμα έσταζε κατά μήκος της σάρκας τους.

Και εκείνοι που τους παρατηρούσαν, ένιωσαν τους παλμούς της καρδιάς τους, είδαν πόσο έντονα κόκκινα έγιναν τα μάγουλά των μαστιγιοφόρων και πόσο δύσκολα ανέπνεαν. Ήταν σαν να πάγωσαν τα κρανία τους και τα γόνατά τους να έγιναν αδύναμα. Αυτό τους κυρίευσε. Στο μυαλό τους υπήρχε μια μικρή κηλίδα τρέλας η οποία κατανοούσε αυτήν την αλλοφροσύνη. Για να νιώσουν δούλοι μιας σκληρής και παντοδύναμης θεότητας, για να σκύψουν μπροστά στα πόδια Του. Για να είναι δικοί του, όχι με ευλάβεια, όχι με την αδράνεια μιας σιωπηρής προσευχής, αλλά τρελά, με την φρενίτιδα της αυτοταπείνωσης, με αίμα και θρήνο, κάτω από υγρά και λαμπερά μαστίγια. Αυτό κατανόησαν οι πολίτες του Μπέργκαμο. Ακόμα και ο χασάπης σιώπησε και οι φαφούτες αλχημιστές χαμήλωσαν τα γκρίζα κεφάλια τους μπροστά από τα περιπλανώμενα μάτια.

Και επικράτησε πολλή ησυχία μέσα στο ναό. Μόνο μια ανεπαίσθητη κυματοειδής κίνηση διέτρεξε το πλήθος. Τότε ένας από τους ξένους, έναν νεαρός μοναχός, ανέβηκε πάνω και μίλησε. Ήταν ωχρός σαν σεντόνι από λινό, τα μάτια του γυάλιζαν σαν κάρβουνα και έμοιαζαν έτοιμα να ξεψυχήσουν, και οι ζοφερές, σχηματισμένες από πόνο γραμμές γύρω από το στόμα του, ήταν σαν να έχουν χαραχθεί με μαχαίρι σε ξύλο κι δεν έμοιαζαν με ρυτίδες ανθρώπου. Ανασήκωσε τα λεπτά, αρρωστημένα χέρια του προς τους Ουρανούς, και τα μανίκια του χιτώνα του γλίστρησαν πάνω στα λιγνά και λευκά του χέρια. Και τότε μίλησε. Μίλησε για την κόλαση, η οποία είναι αιώνια όπως και ο παράδεισος είναι αιώνιος, για τον μοναδικό κόσμο των βασανιστηρίων που κάθε καταδικασμένος πρέπει να υπομείνει και να τον γεμίσει με τους θρήνους του. Θάλασσες από θειάφι υπήρχαν εκεί, χωράφια με σκορπιούς, φλόγες που τυλίγονται γύρω από τους ανθρώπους σαν μανδύες, και άλλες αθόρυβες, σκληρές που βυθίζονται στο σώμα σαν δόρατα και περιστρέφονται μέσα στις πληγές. Επικρατούσε ακόμα ησυχία. Απνευστί άκουγαν τα λόγια του, γιατί μιλούσε σαν να τα είχε δει όλα αυτά με τα μάτια του και όλοι αναρωτήθηκαν: είναι αυτός ένας από τους καταδικασμένους, που εστάλη σε εμάς από τις σπηλιές τις κόλασης, για να μας αποκαλύψει τι είδε;

Κήρυξε για πολλή ώρα, εστιαζόμενος στον Νόμο και στην δύναμη του Νόμου, λέγοντας ότι κάθε κεφάλαιό του πρέπει να εκπληρωθεί και κάθε παράβαση, για την οποία κρίθηκαν ένοχοι θα πρέπει να προσμετρηθεί εις βάρος τους. «Αλλά ο Χριστός πέθανε για τις αμαρτίες μας», είπε, «και δεν εξαρτώμαστε από τον Νόμο πλέον. Αλλά σας λέω ότι η κόλαση δεν θα παρασύρει ούτε έναν από εσάς και ούτε ένα σιδερένιο σουβλί από τον τροχό του μαρτυρίου δεν θα πέσει στην σάρκα σας. Εσείς στηρίζεστε στον σταυρό του Γολγοθά. Ελάτε, ελάτε! Ελάτε και δείτε το! Θα σας οδηγήσω κατευθείαν στους πρόποδές του. Ήταν μια Παρασκευή όπως γνωρίζετε, που Τον οδήγησαν έξω από τις πύλες και Του έβαλαν έναν βαρύ σταυρό στους ώμους. Τον ανάγκασαν να τον κουβαλήσει σε έναν άγονο και ξερό λόφο μακριά από την πόλη, και Τον ακολούθησαν πλήθη ανθρώπων, σηκώνοντας τόση σκόνη με τα πόδια τους ώστε να φαίνεται ένα κόκκινο νέφος πάνω από εκείνο το μέρος. Και ξέσκισαν το ένδυμά Του και Τον ξεγύμνωσαν, σαν να είχαν οι εφαρμοστές του Νόμου, έναν κακοποιό μπροστά από όλους τους παρευρισκόμενους, οι οποίοι έπρεπε να δουν το κορμί που θα οδηγούταν στο μαρτύριο. Και Τον πέταξαν επάνω στον σταυρό, Τον τέντωσαν και κάρφωσαν από ένα σιδερένιο καρφί σε κάθε χέρι Του και ένα ακόμα στα διασταυρούμενα πόδια Του. Με ρόπαλα χτύπησαν τα καρφιά ώστε να μπουν τελείως μέσα στο ξύλο. Και σήκωσαν τον σταυρό και τον έβαλαν σε μία τρύπα στο έδαφος αλλά δεν στεκόταν σταθερά οπότε χρησιμοποίησαν σφήνες και ξύλα για να τον ακινητοποιήσουν. Όσοι συμμετείχαν σε αυτό κατέβασαν τις άκρες των καπέλων τους για να μην πέφτει το αίμα Του στα μάτια τους. Και Αυτός, επάνω στον σταυρό , κοιτούσε τους στρατιώτες που έπαιζαν ζάρια με το ένδυμά του, όπως επίσης και τον ταραγμένο όχλο, για τον οποίο υπέφερε για να τον σώσει. Και σε όλο αυτό το πλήθος δεν υπήρχε ίχνος συμπόνιας. Και όλοι αυτοί από κάτω, Τον κοιτούσαν που κρεμόταν εκεί, υποφέροντας και όντας αδύναμος. Κοιτούσαν την πινακίδα πάνω από το κεφάλι Του, που έγραφε «Βασιλεύς των Ιουδαίων» και Τον έβριζαν και Του φώναζαν: «Εσύ που γκρέμισες τον ναό του Σολόμωντα και τον έκτισες σε τρεις μέρες, σώσε τον εαυτό σου. Εάν είσαι ο Υιός του Θεού, κατέβα από τον σταυρό.» Τότε Εκείνος, ο μόνος Υιός του Θεού εξοργίστηκε και είδε ότι δεν άξιζαν την σωτηρία, αυτοί οι όχλοι που κατοικούν στην γη. Αυτός τότε ξέσκισε τα πόδια του ελευθερώνοντάς τα από τα καρφιά, έσφιξε μπροστά τα χέρια του και τα ελευθέρωσε με τον ίδιο τρόπο, έτσι ώστε ο σταυρός να λυγίσει σαν τόξο. Πήδησε κάτω, άρπαξε το ένδυμά Του με τόση δύναμη που τα ζάρια κύλισαν στην κατηφόρα του λόφου, το τύλιξε βίαια γύρω του με την οργή ενός βασιλιά και αναλήφθηκε στους Ουρανούς. Και ο Σταυρός έμεινε άδειος και το μεγάλο έργο της λύτρωσης ποτέ δεν εκπληρώθηκε. Δεν υπάρχει μεσολαβητής μεταξύ του Θεού και ημών. Δεν υπάρχει Ιησούς που να πέθανε για εμάς στο Σταυρό. Δεν υπάρχει Ιησούς που να πέθανε για εμάς στο σταυρό, δεν υπάρχει Ιησούς που να πέθανε για εμάς στο σταυρό!».

Και σιώπησε. Καθώς έλεγε τα τελευταία λόγια, έγειρε προς το πλήθος και με τα χείλη και τα χέρια του εκσφενδόνισε τις τελευταίες φράσεις. Ένα βογγητό αγωνίας διαπέρασε την εκκλησία και στις γωνίες οι άνθρωποι άρχισαν να κλαίνε με αναφιλητά. Τότε ο χασάπης προχώρησε με ανασηκωμένα και απειλητικά χέρια, χλωμός σαν πτώμα και φώναξε: «Καλόγερε, καλόγερε, πρέπει να Τον σταυρώσεις πάλι, πρέπει!» και πίσω του ακούστηκε ένας βραχνός και τσιριχτός ήχος: «Ναι, ναι, σταύρωσέ Τον, σταύρωσέ Τον!». Και από όλα τα στόματα, απειλητικά, ικετευτικά, επιτακτικά, αναδύθηκε μία θύελλα ουρλιαχτών προς την θολωτή οροφή του ναού: «Σταύρωσέ Τον, σταύρωσέ Τον!». Και καθαρά και γαλήνια σαν μία φωνή, τρεμουλιαστή: «Σταύρωσέ Τον!».

Αλλά ο καλόγερος κοίταξε κάτω, όλα αυτά τα κινούμενα, τεντωμένα χέρια, όλα αυτά τα παραμορφωμένα πρόσωπα με τα σκοτεινά ανοιγμένα στόματα που ούρλιαζαν, όπου οι σειρές των δοντιών λαμπύριζαν σαν τα δόντια εξαγριωμένων θηρίων που κατασπαράζουν και σε μια στιγμή έκστασης, άπλωσε τα χέρια του προς τους Ουρανούς και γέλασε. Έπειτα κατέβηκε και οι άνθρωποί του ανασήκωσαν τα λάβαρά τους με την βροχή φωτιάς και τους μαύρους σταυρούς και στριμώχθηκαν στην πορεία τους έξω από την εκκλησία και πέρασαν τραγουδώντας πάλι, μέσα από την πλατεία και πάλι μέσα από την πύλη του πύργου. Και οι άνθρωποι του Παλαιού Μπέργκαμο, τους ατένιζαν καθώς κατέβαιναν το βουνό. Ο απότομος δρόμος, ανάμεσα στα τείχη, θόλωνε μέσα στο φως του ήλιου που δύει πέρα από την πεδιάδα αλλά στο κόκκινο τείχος που περιτριγύριζε την πόλη , οι σκιές των μεγάλων σταυρών του πλήθους, που λικνίζονταν από πλευρά σε πλευρά ξεχώριζαν μαύρες και καλοσχηματισμένες. Από πολύ μακριά ακουγόταν τον τραγούδι. Πότε στο ένα και πότε στο άλλο λάβαρο, έλαμπε το κόκκινο χρώμα, μακριά από το μαύρο από τον καπνό χρώμα του κενού της νέας πόλης. Έπειτα εξαφανίστηκαν στην ηλιόλουστη πεδιάδα…

Jens Peter Jacobsen (1847 – 1885)
Σπουδαίος Δανός διηγηματογράφος του 19ου αιώνα με επιδράσεις από τον συμπατριώτη του φιλόσοφο Søren Kierkegaard. Tο έργο του επηρέασε πολλούς μεταγενέστερους λογοτέχνες όπως ο Ρίλκε.


#emo attacks
  • Και σκληρή πόρτα στον τουρισμό και κερνάμε και νοσηλεία άμα κάτσει η στραβή: θα γίνουμε υπερδύναμη και δεν θα το καταλάβουμε
  • Τζακ ποτ στο Τζόκερ στην Ελλάδα, σκηνές από το Τζόκερ στις ΗΠΑ
  • Με τόσο Neflix στην πανδημία, όλη η Ελλάδα ξέρει τι σημαίνει δολοφονία federal agent
  • Υδροξυχλωροκίνη, ρεμδεσιβίρη, αλλά ο Έλληνας τρέμει το φάσμα του μπατίρη